Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hand glass
01
χειροκίνητο μεγεθυντικό φακό, χειροκίνητο μικροσκόπιο
light microscope consisting of a single convex lens that is used to produce an enlarged image
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hand glasses
02
χειροκίνητο καθρέφτη, καθρέφτης τσέπης
a mirror intended to be held in the hand



























