Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hand down
01
περατώνω, κληροδοτώ
to give something valuable, like family traditions, skills, or items, from one generation to the next
Ditransitive: to hand down something valuable to sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
hand
ενεστώτας
hand down
γ΄ ενικό πρόσωπο
hands down
ενεστώτα μετοχή
handing down
απλός αόριστος
handed down
παθητική μετοχή
handed down
Παραδείγματα
He decided to hand down his grandfather's antique pocket watch to his son.
Αποφάσισε να περάσει το αντίκα τσέπικο ρολόι του παππού του στον γιο του.
02
ανακοινώνω, εκδίδω
to formally announce something such as a decision or judgment
Transitive: to hand down a decision or order
Παραδείγματα
The Supreme Court will hand down its ruling on the case next week.
Το Ανώτατο Δικαστήριο θα ανακοινώσει την απόφασή του στην υπόθεση την επόμενη εβδομάδα.



























