Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hammer out
01
διαπραγματεύομαι, καταλήγω σε συμφωνία
to come to an agreement or reach a decision after much time and effort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
hammer
ενεστώτας
hammer out
γ΄ ενικό πρόσωπο
hammers out
ενεστώτα μετοχή
hammering out
απλός αόριστος
hammered out
παθητική μετοχή
hammered out



























