to hammer out
ha
ˈhæ
mmer
mər
mēr
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "hammer out"στα αγγλικά

to hammer out
01

διαπραγματεύομαι, καταλήγω σε συμφωνία

to come to an agreement or reach a decision after much time and effort 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
hammer
ενεστώτας
hammer out
γ΄ ενικό πρόσωπο
hammers out
ενεστώτα μετοχή
hammering out
απλός αόριστος
hammered out
παθητική μετοχή
hammered out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store