Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hall porter
01
θυρωρός, πυρσός
someone who guards an entrance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hall porters
LanGeek



























