Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hall of residence
01
φοιτητική εστία, κτίριο διαμονής φοιτητών
a building or complex provided by a university or college for students to live in during term time
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
halls of residence
Παραδείγματα
The new hall of residence was completed last year.
Η νέα φοιτητική εστία ολοκληρώθηκε πέρυσι.



























