Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Antitoxin
01
αντιτοξίνη, αντίσωμα που μπορεί να εξουδετερώσει μια συγκεκριμένη τοξίνη
an antibody that can neutralize a specific toxin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
antitoxins
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
antitoxin
toxin



























