haired
haired
hɛəd
heēd
hatredhired

Ορισμός και σημασία του "haired"στα αγγλικά

01

τριχωτός, μαλλιαρός

having or covered with hair 
haired definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most haired
συγκριτικός βαθμός
more haired
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store