Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hairdressing
01
κομμωτική, φροντίδα μαλλιών
care for the hair: the activity of washing or cutting or curling or arranging the hair
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
προϊόν περιποίησης μαλλιών, περιποίηση μαλλιών
a toiletry for the hair
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hairdressing
hair
dressing



























