haircut
hair
ˈhɛə
heē
cut
ˌkʌt
kat

Ορισμός και σημασία του "haircut"στα αγγλικά

01

κούρεμα, χτένισμα

a particular style or shape in which someone's hair is cut 
haircut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
haircuts
Παραδείγματα
She got a new haircut that made her look more polished. 

Έκανε ένα νέο κούρεμα που την έκανε να φαίνεται πιο κομψή.

02

κούρεμα

the act of cutting hair or having our hair cut 
haircut definition and meaning
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store