Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Haircut
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
haircuts
Παραδείγματα
I ’m thinking about getting a haircut for the summer, something lighter.
Σκέφτομαι να κάνω ένα κούρεμα για το καλοκαίρι, κάτι πιο ελαφρύ.
02
κούρεμα
the act of cutting hair or having our hair cut
Λεξικό Δέντρο
haircut
hair
cut



























