Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hair gel
01
τζελ μαλλιών, σταθεροποιητής μαλλιών
a styling product used to hold hair in place, providing control, definition, and often a glossy finish when applied to the hair
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hair gels



























