hair-raising
Pronunciation
/hˈɛɹˈeɪzɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "hair-raising"στα αγγλικά

hair-raising
01

τριχόπτωτος, που σηκώνει τα μαλλιά

causing great fear or excitement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hair-raising
συγκριτικός βαθμός
more hair-raising
διαβαθμίσιμο
02

τρομακτικός, φρικιαστικός

extremely alarming
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store