Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Antistrophe
01
αντιστροφή, το δεύτερο μέρος μιας παραδοσιακής αρχαίας ελληνικής ποίησης και παράστασης στη σκηνή όταν οι ερμηνευτές κινούνται συνήθως προς τα πίσω από αριστερά προς τα δεξιά στη προηγούμενη θέση τους
the second part of a traditional ancient Greek poetry and performance on stage when the performers move back usually left to right to their previous position
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
antistrophes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
antistrophic
antistrophe
strophe



























