Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antiseptic
01
αντισηπτικό, απολυμαντικό
preventing the growth of harmful microorganisms
Παραδείγματα
Antiseptic sprays are handy for disinfecting small cuts and grazes.
Τα αντισηπτικά σπρέι είναι χρήσιμα για την απολύμανση μικρών γδαρμάτων και γρατζουνιών.
02
ενάρετος, αδιάφθορος
free from deceit or corruption
Παραδείγματα
Their antiseptic campaign focused on transparency and ethics.
Η αντισηπτική καμπάνια τους επικεντρώθηκε στη διαφάνεια και την ηθική.
03
στείρος, αβλαβής
free from offensive, vulgar, or inappropriate content
Παραδείγματα
She preferred antiseptic lyrics in music for her children.
Προτιμούσε αντισηπτικούς στίχους στη μουσική για τα παιδιά της.
04
καθαριστικός, απολυμαντικός
having a quality that removes error, corruption, or harmful influence
Παραδείγματα
The reform committee proposed antiseptic measures to eliminate corruption.
Η επιτροπή μεταρρύθμισης πρότεινε αντισηπτικά μέτρα για την εξάλειψη της διαφθοράς.
Antiseptic
01
αντισηπτικό, απολυμαντικό
a substance that prevents infection when applied to a wound, especially by killing bacteria
Παραδείγματα
The doctor recommended using an antiseptic mouthwash to maintain oral hygiene.
Ο γιατρός συνέστησε τη χρήση ενός αντισηπτικού στοματικού διαλύματος για τη διατήρηση της στοματικής υγιεινής.
Λεξικό Δέντρο
antiseptic
septic
sepsis



























