gunboat
Pronunciation
/ˈɡənˌboʊt/

Ορισμός και σημασία του "gunboat"στα αγγλικά

01

κανονιοφόρος, ένοπλο μικρό πλοίο

a small ship equipped with many mounted guns, often used near coastal areas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gunboats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store