Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gumbo
01
γκάμπο, σούπα γκάμπο
a stew or soup that originated in southern Louisiana, typically made with a strongly-flavored roux, vegetables, meat or seafood, and the vegetable okra as a thickening agent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gumbos



























