gum boot
gum
gʌm
gam
boot
but
boot

Ορισμός και σημασία του "gum boot"στα αγγλικά

01

γαλότσα από καουτσούκ, γαλότσα για βροχή

a high boot made of rubber 
gum boot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gum boots

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store