Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Guitar
01
κιθάρα, ηλεκτρική κιθάρα
a musical instrument, usually with six strings, that we play by pulling the strings with our fingers or with a plectrum
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
guitars
Παραδείγματα
We gathered around the campfire, singing songs accompanied by the guitar.
Συγκεντρωθήκαμε γύρω από την φωτιά της κατασκήνωσης, τραγουδώντας τραγούδια με συνοδεία κιθάρας.
Λεξικό Δέντρο
guitarist
guitar



























