Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Group therapy
01
ομαδική θεραπεία
a type of psychotherapy in which one or more therapists work with several people at the same time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
group therapies
LanGeek



























