Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ground out
01
αποκλείεται με γείσο, κάνει out με γείσο
to hit a ground ball that is fielded by the defense, resulting in an out
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
ground
ενεστώτας
ground out
γ΄ ενικό πρόσωπο
grounds out
ενεστώτα μετοχή
grounding out
απλός αόριστος
grounded out
παθητική μετοχή
grounded out
Παραδείγματα
The pitcher induced the batter to grounds out to the second baseman.
Ο ρίχτης προκάλεσε τον χτυπητή να κάνει ground out προς τον δεύτερο παίκτη βάσης.



























