to ground out
ground
graʊnd
grawnd
out
aʊt
awt
groundnut

Ορισμός και σημασία του "ground out"στα αγγλικά

to ground out
01

αποκλείεται με γείσο, κάνει out με γείσο

to hit a ground ball that is fielded by the defense, resulting in an out 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
ground
ενεστώτας
ground out
γ΄ ενικό πρόσωπο
grounds out
ενεστώτα μετοχή
grounding out
απλός αόριστος
grounded out
παθητική μετοχή
grounded out
Παραδείγματα
He grounded out to the shortstop in his first at-bat. 

Έκανε ground out στον σορτστόπ στην πρώτη του προσπάθεια χτυπήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store