Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ground floor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ground floors
Παραδείγματα
The reception area is located on the ground floor of the office building.
Η αίθουσα υποδοχής βρίσκεται στο ισόγειο του κτιρίου γραφείων.
02
ισόγειο, αρχικό στάδιο
becoming part of a venture or opportunity at the beginning, which is considered a position of advantage
Παραδείγματα
Joining the new company at its inception put her on the ground floor of a successful career.
Η ένταξη στη νέα εταιρεία κατά την έναρξή της την τοποθέτησε στο ισόγειο μιας επιτυχημένης καριέρας.



























