Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grenadier
01
γρεναδιέρος, ψάρι γρεναδιέρος
a large fish with a long ratlike tail that lives in the bottom of a sea, ocean, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grenadiers
02
γρεναδιέρος
a soldier who carries and throws a grenade or small bomb
old use



























