greenness
Pronunciation
/ˈɡɹinnəs/

Ορισμός και σημασία του "greenness"στα αγγλικά

01

πρασινάδα, χλωρότητα

the quality of being green in color
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

πρασινάδα, χλόη

the lush appearance of flourishing vegetation
03

πρασινάδα, ανωριμότητα

the state of not being ripe
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store