green pea
Pronunciation
/ɡɹˈiːn pˈiː/

Ορισμός και σημασία του "green pea"στα αγγλικά

01

πράσινο μπιζέλι, φρέσκο μπιζέλι

fresh pea
green pea definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
green peas
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store