greasepaint
Pronunciation
/ɡɹˈiːspeɪnt/

Ορισμός και σημασία του "greasepaint"στα αγγλικά

01

μακιγιάζ σκηνής, λιπαρό χρώμα

a type of heavy theatrical makeup commonly used for stage performances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
greasepaints
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store