Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Greasepaint
01
μακιγιάζ σκηνής, λιπαρό χρώμα
a type of heavy theatrical makeup commonly used for stage performances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
greasepaints
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
greasepaint
grease
paint



























