Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grass roots
01
βάση, κίνηση βάσης
the ordinary people with a common interest who form the foundation of a movement, organization, or political party
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The movement started from the grass roots and grew nationwide.
Η βασική υποστήριξη από απλούς ανθρώπους είναι απαραίτητη για την επιτυχία των πολιτικών εκστρατειών.
02
βάση, λαϊκό κίνημα
a movement that originates from ordinary people or the general public, rather than from the leaders or officials of an organization or political party
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
The grassroots movement is gaining momentum as more community members join in.
Το κίνημα βάσης κερδίζει δυναμική καθώς περισσότερα μέλη της κοινότητας συμμετέχουν.



























