Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gran
01
γιαγιά, μάμμη
the mother of your father or mother
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grans
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
γιαγιά, μάμμη