graffito
gra
grə
grē
ffi
ˈfi:
fi
to
təʊ
tew
graffiti

Ορισμός και σημασία του "graffito"στα αγγλικά

01

γκράφιτι, τοιχογραφία

a rude decoration inscribed on rocks or walls 
graffito definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
graffiti
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store