Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Graffito
01
γκράφιτι, τοιχογραφία
a rude decoration inscribed on rocks or walls
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
graffiti
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
γκράφιτι, τοιχογραφία