gorilla gorilla gorilla
go
gə
gē
ri
ˈrɪ
ri
lla
lə
lē
go
gə
gē
ri
rɪ
ri
lla
lə
lē
go
gə
gē
ri
rɪ
ri
lla
lə
lē

Ορισμός και σημασία του "gorilla gorilla gorilla"στα αγγλικά

Gorilla gorilla gorilla
01

ένα είδος γορίλα, ένας τύπος γορίλα

a kind of gorilla 
gorilla gorilla gorilla definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gorilla gorilla gorillas

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store