good sense
good
gʊd
good
sense
sɛns
sens

Ορισμός και σημασία του "good sense"στα αγγλικά

01

κοινή λογική, συνετότητα

the ability to make sensible and practical decisions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She showed good sense in handling the problem. 

Έδειξε κοινή λογική στην αντιμετώπιση του προβλήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store