Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Good Samaritan
01
καλός Σαμαρείτης, άνθρωπος που βοηθά
a sympathetic person who tries to help those who are in trouble or in desperate need of help
approving
idiom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Good Samaritans
Παραδείγματα
He acted like a Good Samaritan and gave the stranded family a ride home.
Φέρθηκε σαν καλός Σαμαρείτης και πήγε την οικογένεια που είχε ξεμείνει στο σπίτι της.



























