good looks
good
gʊd
γκουντ
looks
lʊks
λουκσ

Ορισμός και σημασία του "good looks"στα αγγλικά

01

σωματική ομορφιά, ελκυστική εμφάνιση

a person's physical appearance, particularly those features that are considered attractive or aesthetically pleasing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
good looks
Παραδείγματα
His good looks made him a popular choice for modeling jobs. 

Η όμορφη εμφάνισή του τον έκανε δημοφιλή επιλογή για δουλειές μοντέλου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store