Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gonzo
01
εκκεντρικός, ασυνήθιστος
conspicuously or grossly unconventional or unusual
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gonzo
συγκριτικός βαθμός
more gonzo
διαβαθμίσιμο



























