gonad
go
ˈgəʊ
gew
nad
næd
nād
monad

Ορισμός και σημασία του "gonad"στα αγγλικά

01

γοναδικό, αναπαραγωγικό όργανο

a reproductive organ that produces gametes and sex hormones 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gonads
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store