golden years
gol
ˈgəʊl
gewl
den
dən
dēn
years
jiəz
yiēz

Ορισμός και σημασία του "golden years"στα αγγλικά

01

χρόνια της σύνταξης, περίοδος συνταξιοδότησης

a period of time in which someone no longer works due to old age 
golden years definition and meaning
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They moved to the coast to enjoy their golden years. 

Μετακόμισαν στην ακτή για να απολαύσουν τα χρόνια της σύνταξης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store