Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Golden years
01
χρόνια της σύνταξης, περίοδος συνταξιοδότησης
a period of time in which someone no longer works due to old age
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They moved to the coast to enjoy their golden years.
Μετακόμισαν στην ακτή για να απολαύσουν τα χρόνια της σύνταξης.



























