Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go steady
01
βγαίνω τακτικά, έχω μια σταθερή σχέση
date regularly; have a steady relationship with
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
steady
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go steady
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes steady
ενεστώτα μετοχή
going steady
απλός αόριστος
went steady
παθητική μετοχή
gone steady



























