Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go past
01
περνώ, προσπερνώ
to move beyond a specific location, object, or person
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
past
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go past
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes past
ενεστώτα μετοχή
going past
απλός αόριστος
went past
παθητική μετοχή
gone past
Παραδείγματα
We'll need to go past the store to reach the park.
Θα πρέπει να περάσουμε το μαγαζί για να φτάσουμε στο πάρκο.
02
ξεπεράσω, υπερβαίνω
to exceed a particular standard, quality, or level, indicating that something is superior in comparison
Παραδείγματα
The team's dedication and hard work allowed them to go past their previous achievements.
Η αφοσίωση και η σκληρή δουλειά της ομάδας τους επέτρεψαν να ξεπεράσουν τα προηγούμενα επιτεύγματά τους.



























