to go past
Pronunciation
/ɡˌoʊ pˈæst/

Ορισμός και σημασία του "go past"στα αγγλικά

to go past
[phrase form: go]
01

περνώ, προσπερνώ

to move beyond a specific location, object, or person
to go past definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
past
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go past
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes past
ενεστώτα μετοχή
going past
απλός αόριστος
went past
παθητική μετοχή
gone past
Παραδείγματα
If you go past the bridge, you've gone too far.
Αν περάσεις τη γέφυρα, έχεις πάει πολύ μακριά.
02

ξεπεράσω, υπερβαίνω

to exceed a particular standard, quality, or level, indicating that something is superior in comparison
Παραδείγματα
This restaurant 's food quality and service go past the industry standards.
Η ποιότητα του φαγητού και η εξυπηρέτηση σε αυτό το εστιατόριο ξεπερνούν τα βιομηχανικά πρότυπα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store