Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go down on
01
κάνω στοματικό σεξ, ρουφώ
to use one's mouth to stimulate another person's genital area as a form of sexual activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down on
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go down on
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes down on
ενεστώτα μετοχή
going down on
απλός αόριστος
went down on
παθητική μετοχή
gone down on
Παραδείγματα
John went down on Jane to pleasure her.
Ο John γονατίστηκε μπροστά από την Jane για να την ευχαριστήσει.



























