Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go back on
01
αθετώ, αποσύρομαι από
to fail to do as one promised or agreed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back on
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go back on
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes back on
ενεστώτα μετοχή
going back on
απλός αόριστος
went back on
παθητική μετοχή
gone back on
Παραδείγματα
He promised to help us with the project, but he went back on his word and didn't show up.
Υποσχέθηκε να μας βοηθήσει με το έργο, αλλά απέσυρε την υπόσχεσή του και δεν εμφανίστηκε.



























