Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gnaw at
01
ροκανίζω, βασανίζω
to cause someone persistent worry or discomfort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
gnaw
ενεστώτας
gnaw at
γ΄ ενικό πρόσωπο
gnaws at
ενεστώτα μετοχή
gnawing at
απλός αόριστος
gnawed at
παθητική μετοχή
gnawed at
Παραδείγματα
The fear of failure continues to gnaw at him every day.
Ο φόβος της αποτυχίας συνεχίζει να τον ροκανίζει κάθε μέρα.



























