glissade
gli
glɪ
gli
ssade
ˈsɑ:d
saad

Ορισμός και σημασία του "glissade"στα αγγλικά

01

γλισάδα

a ballet step in which one foot slides smoothly along the floor to meet the other foot, often executed as part of a larger sequence or combination 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glissades
Παραδείγματα
The dancer executed a series of glissades across the stage with remarkable fluidity. 

Η χορεύτρια εκτέλεσε μια σειρά από glissades σε όλη τη σκηνή με αξιοσημείωτη ρευστότητα.

to glissade
01

εκτελώ μια γλισάδα, στο μπαλέτο

perform a glissade, in ballet 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
glissade
γ΄ ενικό πρόσωπο
glissades
ενεστώτα μετοχή
glissading
απλός αόριστος
glissaded
παθητική μετοχή
glissaded
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store