glissade
gli
ˈglɪ
γκλι
ssade
seɪd
σειντ
/ɡlˈɪseɪd/

Ορισμός και σημασία του "glissade"στα αγγλικά

01

γλισάδα

a ballet step in which one foot slides smoothly along the floor to meet the other foot, often executed as part of a larger sequence or combination
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glissades
Παραδείγματα
The glissade was incorporated into the choreography as a transitional step between jumps and turns.
Το glissade ενσωματώθηκε στη χορογραφία ως βήμα μετάβασης μεταξύ άλματων και στροφών.
to glissade
01

εκτελώ μια γλισάδα, στο μπαλέτο

perform a glissade, in ballet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
glissade
γ΄ ενικό πρόσωπο
glissades
ενεστώτα μετοχή
glissading
απλός αόριστος
glissaded
παθητική μετοχή
glissaded
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store