giver
gi
ˈgɪ
gi
ver
va
va
sliverquiverupriverdownriver

Ορισμός και σημασία του "giver"στα αγγλικά

01

δωρητής, ευεργέτης

someone who devotes himself completely 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
givers
02

δωρητής, δωρήτρια

person who makes a gift of property 
03

δότης, ενεργός σύντροφος

a person taking the "active" role during gay sex 
αργκό
Παραδείγματα
That giver winked and laughed after making the first move. 

Αυτός ο δότης κλείδωσε το μάτι και γέλασε αφού έκανε την πρώτη κίνηση.

Λεξικό Δέντρο

giver
give
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store