Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gittern
01
γκίτερν, κιθάρα
a 16th century musical instrument resembling a guitar with a pear-shaped soundbox and wire strings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gitterns



























