Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ante up
[phrase form: ante]
01
πληρώσει το μερίδιό του, βάλει χέρι στην τσέπη
to contribute or pay the required amount in order to settle and clear a debt
Intransitive
Transitive: to ante up a payment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
ante
ενεστώτας
ante up
γ΄ ενικό πρόσωπο
antes up
ενεστώτα μετοχή
anteing up
απλός αόριστος
anted up
παθητική μετοχή
anted up
Παραδείγματα
Creditors may offer flexible repayment plans to help debtors ante up gradually.
Οι πιστωτές μπορούν να προσφέρουν ευέλικτα σχέδια αποπληρωμής για να βοηθήσουν τους οφειλέτες να πληρώσουν σταδιακά.



























