Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get to
01
επηρεάζω, συγκινώ
to affect someone emotionally, particularly by making them feel frustrated, angry, or upset
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get to
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets to
ενεστώτα μετοχή
getting to
απλός αόριστος
got to
παθητική μετοχή
gotten to
Παραδείγματα
The heartwarming movie always gets to me, making me tear up every time I watch it.
Η συγκινητική ταινία πάντα με αγγίζει, κάνοντάς με να δακρύζω κάθε φορά που την βλέπω.
02
ασχολούμαι με, φτάνω σε
to handle a task when the appropriate time comes
Παραδείγματα
I have a lot on my plate right now, but I'll get to those emails by the end of the day.
Έχω πολλά στο πιάτο μου τώρα, αλλά θα προσέξω αυτά τα email μέχρι το τέλος της ημέρας.



























