Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get to
[phrase form: get]
01
επηρεάζω, συγκινώ
to affect someone emotionally, particularly by making them feel frustrated, angry, or upset
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get to
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets to
ενεστώτα μετοχή
getting to
απλός αόριστος
got to
παθητική μετοχή
gotten to
Παραδείγματα
His condescending attitude tends to get to his colleagues.
Η υπεροπτική του συμπεριφορά τείνει να επηρεάζει τους συναδέλφους του.
02
ασχολούμαι με, φτάνω σε
to handle a task when the appropriate time comes
Παραδείγματα
The repairs are necessary, and I promise I'll get to fixing the leaky faucet this weekend.
Οι επισκευές είναι απαραίτητες και υπόσχομαι ότι θα ασχοληθώ με την επιδιόρθωση του σπασμένου βρύσης αυτό το σαββατοκύριακο.



























