Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get along
01
συμπεριφέρομαι καλά, τα πάω καλά
to have a friendly or good relationship with someone or something
Intransitive: to get along | to get along with sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
along
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get along
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets along
ενεστώτα μετοχή
getting along
απλός αόριστος
got along
παθητική μετοχή
gotten along
Παραδείγματα
Despite their differences, they manage to get along and work as a team.
Παρά τις διαφορές τους, καταφέρνουν να συμπεριφέρονται καλά και να δουλεύουν ως ομάδα.
02
τα βγάζω πέρα, διαχειρίζομαι
to manage or cope with a particular situation or condition
Intransitive
Παραδείγματα
During the economic downturn, many businesses struggled to get along and had to make tough decisions.
Κατά τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης, πολλές επιχειρήσεις δυσκολεύτηκαν να τα βγάλουν πέρα και έπρεπε να λάβουν δύσκολες αποφάσεις.
03
προχωρώ, προοδεύω
to make progress or advance
Intransitive: to get along | to get along with a task or activity
Παραδείγματα
We need to get along with our work to meet the deadline.
Πρέπει να προχωρήσουμε με τη δουλειά μας για να πληρώσουμε την προθεσμία.
04
φεύγω, ξεκινώ
to leave or move away from a particular place
Intransitive
Παραδείγματα
It's time to get along; the bus is about to leave.
Είναι ώρα να φύγουμε; το λεωφορείο πρόκειται να φύγει.



























