Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get ahead
[phrase form: get]
01
προοδεύω, πετυχαίνω
to make progress and succeed in one's career or life
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ahead
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get ahead
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets ahead
ενεστώτα μετοχή
getting ahead
απλός αόριστος
got ahead
παθητική μετοχή
gotten ahead
Παραδείγματα
In today 's fast-paced world, it 's crucial to keep learning and adapting to get ahead.
Στον σημερινό γρήγορο κόσμο, είναι κρίσιμο να συνεχίζουμε να μαθαίνουμε και να προσαρμόζουμε για να προοδεύσουμε.



























