Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get ahead
01
προοδεύω, πετυχαίνω
to make progress and succeed in one's career or life
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ahead
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get ahead
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets ahead
ενεστώτα μετοχή
getting ahead
απλός αόριστος
got ahead
παθητική μετοχή
gotten ahead
Παραδείγματα
Hard work and determination will help you get ahead in your career.
Η σκληρή δουλειά και η αποφασιστικότητα θα σας βοηθήσουν να προοδεύσετε στην καριέρα σας.



























