Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Get-go
01
αρχή, ξεκίνημα
a point in time when something begins or is started
Dialect
American
Παραδείγματα
They were involved in the project right from the get-go.
Συμμετείχαν στο έργο από την αρχή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αρχή, ξεκίνημα