gerund
ge
ˈʤɛ
je
rund
rənd
rēnd
errand

Ορισμός και σημασία του "gerund"στα αγγλικά

01

γερούνδιο, μορφή ρήματος που λειτουργεί ως ουσιαστικό

(grammar) a form of a verb that functions as a noun and is formed by adding the suffix -ing to the base form of the verb 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gerunds
Παραδείγματα
A gerund is a verb form that functions as a noun, ending in "-ing." 

Το γερούνδιο είναι μια μορφή ρήματος που λειτουργεί ως ουσιαστικό, τελειώνοντας σε "-ing".

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store