geologist
geo
ˈʤiɑ
τζια
lo
λα
gist
ʤəst
τζαστ
/d‍ʒɪˈɒləd‍ʒˌɪst/

Ορισμός και σημασία του "geologist"στα αγγλικά

01

γεωλόγος, επιστήμονας ειδικευμένος στη γεωλογία

a scientist who studies the Earth's structure, composition, processes, and history, including rocks, minerals, fossils, and geological phenomena
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
geologists
Παραδείγματα
The geologist's research focuses on climate change impacts recorded in geological records.
Η έρευνα του γεωλόγου επικεντρώνεται στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής που καταγράφονται σε γεωλογικά αρχεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store