Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Geologist
01
γεωλόγος, επιστήμονας ειδικευμένος στη γεωλογία
a scientist who studies the Earth's structure, composition, processes, and history, including rocks, minerals, fossils, and geological phenomena
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
geologists
Παραδείγματα
The geologist's research focuses on climate change impacts recorded in geological records.
Η έρευνα του γεωλόγου επικεντρώνεται στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής που καταγράφονται σε γεωλογικά αρχεία.
Λεξικό Δέντρο
geologist
geology
geo



























